Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Βαγγέλης Κορακάκης




«Το λαϊκό τραγούδι είναι η γλώσσα της αλήθειας»
του Θανάση Συλιβού
Ο Βαγγέλης Κορακάκης είναι ένας από τους λίγους λαϊκούς δημιουργούς, που το λαϊκό τραγούδι
γι' αυτούς είναι και τρόπος ζωής. Όσο κι αν έχει υποβαθμιστεί στις μέρες μας ο ρόλος του λαϊκού συνθέτη, ο Κορακάκης ακολουθεί το δικό του δρόμο, μακριά από τα κριτήρια του εμπορικού «μάρκετινγκ» και της δισκογραφικής βιομηχανίας, και συνεχίζει να γράφει όμορφα λαϊκά τραγούδια με ουσία και περιεχόμενο. Η καινούρια του δισκογραφική δουλειά, η Κρύπτη, που κυκλοφόρησε από την ανεξάρτητη εταιρεία, Δίκτυο, του Πάρη Μήτσου, ήταν η αφορμή για της κουβέντα μας.
Βρεθήκαμε στην Καισαριανή, στο σπίτι που γεννήθηκε. Υπάρχει ακόμα, στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας όπου ζει σήμερα με την οικογένειά του. Εκεί είναι ο χώρος που γράφει τα τραγούδια του, που συζητά με τους φίλους του. Με έβαλε και κάθισα στο γραφείο του και αυτός κάθισε μπροστά μου, λες και ήμουν εγώ ο οικοδεσπότης.
Η κουβέντα μας ξεκίνησε από την παρέα που συνεργάζεται στην Κρύπτη: τον ενορχηστρωτή, τους μουσικούς και τους τραγουδιστές.

Βαγγέλης Κορακάκης: Από τη στιγμή που δουλεύουμε με αυτά τα παιδιά και αυτά τα παιδιά είναι μουσικαράδες, γιατί να μην είμαστε μαζί και στο στούντιο. Από τη στιγμή που με τα παιδιά που τραγουδάνε είμαστε κάθε βράδυ στο μαγαζί και έχουν αγαπήσει τα τραγούδια, δεν βλέπω το λόγο να πάρω κάποιον άλλο.
Ο Στέλιος Γαλανός, ο Δημήτρης Σταματέλος και ο Γιώργος Ευθυμιάδης, είναι πρωτοεμφανιζόμενοι τραγουδιστές. Δεν σε
ενδιέφερε να συνεργαστείς και με επώνυμους;
Καλό είναι να συνεργάζεσαι και με επώνυμους τραγουδιστές, αλλά δεν με εμποδίζει σε τίποτα να συνεργαστώ και με καινούριες φωνές, παιδιά που τα εκτιμώ και μπορούν να προχωρήσουν. Πρέπει να δίνεται ο δρόμος  και σε νέους ανθρώπους.
Ειδικά ο Στέλιος είναι ένας τραγουδιστής που έχει τη δύναμη να βγάλει το συναίσθημα. Είναι ένας απλός καθημερινός άνθρωπος. Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, που όμως σε συγκινεί. Η φωνή του είναι η φωνή της ψυχής μου.
Με τον Αλέξη το Βάκη, που έχει κάνει την ενορχήστρωση, είχες συνεργαστεί και παλιότερα στο Λαύριο.
Με τον Αλέξη ήμασταν συμμαθητές. Αυτός πήγαινε στο Παγκράτι, εγώ στη Καισσαριανή, αλλά είχαμε κοινούς φίλους, κάναμε παρέα.
Τα τραγούδια της «Κρύπτης» ήταν γραμμένα από παλιά;
Όχι, είναι καινούρια τραγούδια. Μόνο το ομώνυμο είναι γραμμένο από παλιά, τότε που γράφτηκε και το «Πρώτο φθινόπωρο», το 1988. Πέρσι κάναμε μια εμφάνιση με το Βαγγέλη Γιαννάκη, στη Μαγιοπούλα, και το έπαιξα. Το τραγούδησε ο Δημήρης ο Σταματέλος και  το θεώρησα σαν γούρι. Αφού το είπε εκεί, λέω, ας το πει και στο δίσκο.
Συμβολίζει κάτι η «Κρύπτη»;
Η μάνα μου είχε ένα σουβλατζίδικο. Δίπλα, σε μια αποθήκη με κάτι βαρέλια, είχα φτιάξει ένα ταβερνάκι, και εκεί μέσα παίζαμε. Αυτή είναι η «Κρύπτη». Εκεί, σε μια καβάντζα, είχα τις κασέτες μου, τα προσωπικά μου πράγματα και καθόμουνα όταν έκλεινε το μαγαζί ή είχε ρεπό. Τότε ήταν για μένα μια περίοδος πολύ δύσκολη και μοναχική. Είχα γράψει  το «Ούτε ένας φίλος», που είπε ο Μάντζιος στους Μπουζουξήδες με πυξίδες και  όπως καθόμουνα ολομόναχος μέσα εκεί, αισθάνθηκα το χώρο σαν καταφύγιο της ψυχής μου, όπου μαζευόμαστε τα βράδια οι γνωστοί και οι φίλοι. Αμέσως μου ήρθε η έμπνευση και έγραψα την «Κρύπτη». Γι' αυτό λέει: «Εδώ που έτυχε απόψε να βρεθείς, είναι ταβέρνα που μεθούν οι κολασμένοι / Είναι το στέκι μιας παράξενης σιωπής, και ανταμώνουνε τα βράδια ξεχασμένοι». Όταν τελείωσα το τραγούδι, με έπιασε ένας φόβος, ένα παράξενο πράγμα και ήθελα να φύγω. Αυτή είναι η ιστορία της «Κρύπτης».
Κάτι που συνηθίζεις στους δίσκους σου είναι τα οργανικά κομμάτια...
Τα οργανικά είναι πολύ ωραία. Μου αρέσουν και πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχουν σε ένα δίσκο. Άλλωστε για σκέψου πόσα οργανικά μας έχουν σημαδέψει; Η αφορμή για να μάθω μπουζούκι ήταν το «Μπαμ», ένα οργανικό, απτάλικο, που είχε παίξει ο Μητσάκης.  Αυτό το δισκάκι υπήρχε σε όλα μας τα γλέντια. Το χορεύαν όλοι, ο πατέρας μου, η μάνα μου, τα ξαδέλφια μου. Όλοι χόρευαν το  «Μπαμ», το απτάλικο. Και το οργανικό που έχω στο Λαύριο, αρχίζει και καθιερώνεται. Ο κόσμος δεν ξέρει ότι είναι δικό μου. Πολλές φορές στο ραδιόφωνο, το βάζουν ως «χαλί», πριν τις ειδήσεις.
Στην Κρύπτη έχεις τρία οργανικά και η μάλιστα η θέση τους είναι χαρακτηριστική. Ένα στην αρχή, ένα στη μέση και ένα στο τέλος.
Τα οργανικά λειτουργούν και σαν συνδετικός κρίκος μέσα στην έννοια του δίσκου. Την Κρύπτη την φαντάστηκα σαν κάτι ενιαίο. Είναι ένας δίσκος βαθιά προσωπικός και με δικά μου βιώματα. Δεν θα έλεγα ότι είναι ένας ερωτικός δίσκος,  με την έννοια που ήταν άλλες δουλειές μου. Είναι βαθιά ερωτικός, αλλά δεν αναφέρεται κατευθείαν στο πρόσωπο της γυναίκας, είναι πιο κοινωνικός. Αυτό το πράγμα μου χαρακτηρίζει τη σκέψη μου και τη ζωή μου.
Σε όλα τα τραγούδια  οι στίχοι είναι δικοί σου. Γράφεις πρώτα τους στίχους ή τη μουσική;
Συνήθως γράφονται ταυτόχρονα. Μόνο μια φορά, στην πρώτη μου εμφάνιση στη δισκογραφία, το 1985, στο δίσκο Σε στρατόπεδα και πλοία, είχα γράψει τρία τραγούδια, σε στίχους  του Τάσου Σαμαρτζή.
Ποια ήταν η πρώτη σου επαγγελματική ασχολία με το μπουζούκι;
Είμαι γεννημένος στην Καισαριανή. Σ' αυτό το σπίτι που μιλάμε γεννήθηκα, σ' αυτή την κάμαρη. Το μπουζούκι το αγαπούσα από  μικρός. Σε ηλικία 15 χρονών μου πήρε ο πατέρας μου ένα μπουζούκι και είχα τη μεγάλη τύχη, μετά από δυο χρόνια, να δουλέψω στο Θέατρο Καισσαριανής. Εκεί που είναι τώρα το δημαρχείο, ήταν ένα παλιό χαμάμ, που το είχαν κάνει θέατρο. Είχαμε πάει με το σχολείο να δούμε μια παράσταση και η μουσική ήταν ζωντανή. Έπαιζε ένα μπουζούκι, μια κιθάρα και ένα ακορντεόν. Ήταν ένα έργο του Χουρμούζη, ο Λεπρέντης και τη μουσική έχε γράψει ο Δήμος Μούτσης. Στο διάλειμμα οι μουσικοί «βαράγανε» στο καμαρίνι και χώθηκα και 'γω μέσα. Μου λέει ο μπουζουξής: «Ρε μάγκα εγώ πρέπει να φύγω. Δεν έρχεσαι να παίζεις εσύ στη θέση μου;». «Πολύ ευχαρίστως», του λέω. Αυτή ήταν η πρώτη μου δουλειά, μαθητής ακόμα στο σχολείο. Μετά έπαιξα σε μια ταβέρνα , στην Καισαριανή μαζί με τον κουμπάρο μου. Στα 19 παντρεύτηκα, πήγα φαντάρος και όταν απολύθηκα, έφτιαξα ένα μαγαζί, το Μακάμι, τη σημερινή Μαγιοπούλα, μαζί με τον Γιώργο Κούκιο. Εκεί γνωρίστηκα με τον Τάσο Σαμαρτζή που μου έδωσε τους στίχους από τα  Στρατόπεδα και πλοία. Τότε έγραφα και δικά μου τραγούδια και μετά από μια πρόταση του Άγγελου Σφακιανάκη που ήταν στη Λύρα, κάναμε τους Άρχοντες και αργότερα τους Μπουζουξήδες με πυξίδες.
Τι είναι για σένα το μπουζούκι:
Για μένα το μπουζούκι είναι  η ίδια μου η ζωή. Είναι κάτι αναπόσπαστο, το έχω «ένα» μ'εμένα. Παίζω πέντε ώρες στο μαγαζί και άλλες τόσες εδώ μέσα. Το αγαπώ πάρα πολύ. Είμαι λάτρης του μπουζουκιού και της οικογένειας των μπουζουξήδων.
Πόσο δύσκολο είναι σήμερα να γράψεις λαϊκά τραγούδια;
Κοίταξε να δεις Θανάση, εγώ δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου. Αυτό το πράγμα ξέρω, το αγαπάω και είναι κάτι το οποίο κάνω γιατί αυτό είναι η ψυχή μου. Λένε κάποιοι: αν γραφόταν σήμερα η «Συννεφιασμένη Κυριακή» θα είχε επιτυχία; Πιστεύω ότι το λαϊκό τραγούδι έχει πάντα θέση μέσα στις ψυχές του κόσμου και είναι κάτι το οποίο δεν έχει τελειώσει. Τράβηξα και τραβάω ένα δρόμο που μπορεί κατά κάποιο τρόπο να είναι μοναχικός, αν και αρκετά άλλα παιδιά γράφουν σήμερα τραγούδια με μπουζούκι. Δεν θεωρώ ότι έκανα κάτι καινούριο με την έννοια ότι αλλάζει τα δεδομένα, απλά έκανα μια κατάθεση ψυχής και τα τραγούδια τα οποία αγαπάω και αισθάνομαι, τα εκφράζω με το όργανό μου.  Πιστεύω ότι πολύς κόσμος είναι συνδεδεμένος με το μπουζούκι. Το αγαπάνε το μπουζούκι. Το αγαπάνε το λαϊκό τραγούδι. Γιατί το λαϊκό τραγούδι δεν είναι τίποτε άλλο από τη γλώσσα της αλήθειας και από την έκφραση του απλού καθημερινού ανθρώπου.
Δεν σε αποθαρρύνει το γεγονός ότι οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες και οι περισσότεροι ραδιοφωνικοί σταθμοί έχουν βάλει στην άκρη το λαϊκό τραγούδι;
Αυτό είναι ένα πρόβλημα, αλλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε να δημιουργούμε. Μου δημιουργεί ανασφάλειες αλλά δεν κωλώνω. Πρέπει να κάνουμε αυτό που αγαπάμε και αυτό που πιστεύουμε. Έχω συνεργαστεί και με μεγάλη εταιρεία., είχα συμβόλαιο στη Μίνος. Ήταν μια εμπειρία θετική. Αλλά αν μια μεγάλη εταιρεία, για τους λόγους τους δικούς της, δεν στηρίζει ή δεν την ενδιαφέρει η δουλειά μου, εγώ θα κάνω αυτό που πιστεύω. Ότι άλλο και να κάνω θα είναι ψεύτικο και αυτό με ενοχλεί. Θέλω να είμαι «εγώ». Μου έχουν πει πολλοί ότι αυτή η λογική μου μπορεί να με πάει πίσω. Δεν περιμένω να γίνω δισεκατομμυριούχος. Κάνω κάτι πολύ φυσικό για μένα, γράφω την ίδια μου τη ζωή.
Έχω παρατηρήσει ότι το πρόγραμμά σου, στα μαγαζιά που εμφανίζεσαι όλα αυτά τα χρόνια, είναι προσεγμένο.  Περιλαμβάνει και πολλά τραγούδια του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Ξαρχάκου, του Λοΐζου, του Μούτση...
Στον τόπο μας βγήκαν συνθέτες που ήταν κολοσσοί, θεόσταλτοι θα έλεγα. Από που να ξεκινήσεις; Από  τον Μάρκο, τον Χατζηχρήστο, τον Παπαϊωάννου, τον Μητσάκη, τον Άκη Πάνου; Είναι μεγάλος ο μπαξές του λαϊκού τραγουδιού... Όσο με αφορά ένα τραγούδι του Τσιτσάνη, τόσο με αφορά και ένα τραγούδι του Λοϊζου με τον Παπαδόπουλο. Για μένα είναι το ίδιο πράγμα. Ποιος θα ακούσει το «Κλάψτε ουρανοί κι αστέρια» και δεν θα συγκινηθεί; Ένα πρόγραμμα πρέπει να τα έχει όλα. Όταν πάει κάποιος σε ένα μαγαζί, δεν είναι κατάδικος να τον βάλεις να κάτσει σε ένα τραπέζι. Ο άλλος γουστάρει να φέρει και τη βολτίτσα του, θέλει και να τραγουδήσει. Πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία. Υπάρχουν τραγούδια μέσα από την έννοια «ρεμπέτικο» που σε βάζουν σε μια άλλη διαδικασία, γουστάρεις να φέρεις και τις στροφές σου. Μ' αρέσουν και τα ακουστικά προγράμματα. Εκεί που τρελαίνομαι και μου αρέσει πολύ, είναι όταν  κάποια ώρα κάθονται όλοι μαζί από κάτω, παρεΐτσα και λέμε τραγουδάκια του Τσιτσάνη, του Θεοδωράκη, του Μούτση...   Με τα παιδιά που παίζουμε έχει γίνει μια πολύ καλή λαϊκή ορχήστρα που μπορεί να αντεπεξέλθει σε όλα τα είδη με παλικαριά και αυτό είναι σημαντικό. Σαν ορχήστρα μπορεί να έχουμε και χίλια κομματια ρεπερτόριο. Καμιά φορά τυχαίνει και μαζεύεται κόσμος με ομοιογένεια και αλλάζουμε το πρόγραμμα τελείως.
Ξεχωρίζεις κάτι στους παλιούς δημιουργούς;
Όλοι εκείνοι  που τραγουδήσανε ή γράψανε τραγούδια, ήταν απλοί άνθρωποι, δεν είχαν καβαλήσει  κανένα καλάμι. Ήταν όπως ένας καλός εργάτης  που χτίζει μια πέτρα, ένας καλός μαραγκός που φτιάχνει ένα ωραίο έπιπλο. Έτσι ήταν κι αυτοί, πολύ καλοί μαστόροι.
Είναι σημαντικό να είναι καλός ο μάστορας.
Όταν ο μάστορας είναι καλός μένει η δουλειά του.
Έτσι είναι φίλοι μου και ο Βαγγέλης Κορακάκης.
Ένας πολύ καλός μάστορας του λαϊκού τραγουδιού.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου